• books1.jpg
  • hammer1.jpg

ΕΚΤΑΚΤΗ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ

 

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ

Τόπος:

ΑΘΗΝΑ

Αριθ. Απόφασης:

233

Ετος:

2017


 

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 233/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Π. του Β., 2)Ε. συζύγου Ι. Π., το γένος Π. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Παρασκευή Λάμπρου.. Της αναιρεσίβλητης: Δ. χήρας Ι. Γ. το γένος Κ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μανδραπήλια Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2636/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 5909/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-5-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 8-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1046 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992). Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "....Η ενάγουσα είναι κυρία μιάς οικοπεδικής έκτασης συνολικού εμβαδού 1000 τ.μ. που βρίσκεται στο Δήμο ... Αττικής στη θέση "..." επί της οδού ..., εμφαίνεται με τα στοιχεία ..... στο από Αυγούστου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ι. Κ. και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς ΓΔΕ μήκους 22,70 μ. με ιδιοκτησίες … και δεύτερης εναγομένης, δυτικά επί πλευράς .... με την οδό ..., βόρεια επί πλευράς .... με Παλαιά σιδηροδρομική γραμμή Αθηνών - Λαυρίου και νότια επί πλευράς ... μήκους 39,80 μ. με την οδό .... Το ως άνω οικόπεδο διακρίνεται σε δύο μέρη τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με ενδιάμεση πόρτα ήτοι το δυτικό τμήμα που έχει εμβαδόν 479,29 τ.μ. και το ανατολικό τμήμα το οποίο έχει εμβαδόν 536 τ.μ. Ο πατέρας της ενάγουσας στη δεκαετία του 1920 έκτισε στο δυτικό τμήμα οικία στην οποία διέμενε με την οικογένειά του και στη συνέχεια διέμενε σ’ αυτή η ενάγουσα με την οικογένειά της από το έτος 1963, και νεμόταν ολόκληρη την ανωτέρω οικοπεδική έκταση με διάνοια κυρίας ασκούσα επ’ αυτής τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής. Το ως άνω ανατολικό τμήμα του οικοπέδου η ενάγουσα το χρησιμοποιούσε ως προαύλιο χώρο και περιβόλι. Μέσα σ’ αυτό έσπερνε δημητριακά, τοποθετούσε γεωργικά εργαλεία, διατηρούσε κατοικίδια ζώα, το καθάριζε, το εμβαδομετρούσε με μηχανικό, το περιέφραξε και συνεχώς το επέβλεπε καθόσον ήταν χώρος συνεχόμενος με την οικία της και είχε καθημερινά άμεση εποπτεία απ’ αυτού. Το έτος 1988 οι εκκαλούντες - εναγόμενοι κατέλαβαν τμήμα της ανατολικής αυτής έκτασης, εμβαδού 309 τμ., το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς ... μήκους 11,90 μ. με ιδιοκτησίες ΟΠΕΔ και δεύτερης εναγομένης, δυτικά επί πλευράς ... μήκους 16,20 μ. με ιδιοκτησία ενάγουσας, βόρεια επί πλευράς ... μήκους 21,50 μ. με ιδιοκτησία της ενάγουσας και νότια επί πλευράς ... μήκους 23,50 μ. με την οδό .... Οι εναγόμενοι εκμεταλλευόμενοι την απουσία της ενάγουσας από την οικία της λόγω σοβαρής ασθένειας του συζύγου της, ο οποίος νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, κατέλαβαν το επίδικο τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας, άνοιξαν σ’ αυτό λάκκους και φύτευσαν μεγάλα ελαιόδενδρα. Οι μάρτυρες της ενάγουσας, οι οποίοι είναι γείτονες αυτής από το 1963, με πειστικότητα και σαφήνεια κατέθεσαν για την αδιάλειπτη νομή της ενάγουσας επί του επιδίκου από το έτος 1963 χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και την αιφνιδιαστική κίνηση των εναγομένων, οι οποίοι προκειμένου να δημιουργήσουν τετελεσμένα γεγονότα για απόκτηση δικαιωμάτων επί του επιδίκου, νυκτερινές ώρες με αλλοδαπούς εργάτες φύτευσαν δέκα (10) ελαιόδενδρα σ’ αυτό (επίδικο), τα οποία όμως δεν τα περιποιήθηκαν καθόλου και τα εγκατέλειψαν. Οι καταθέσεις τους ενισχύονται και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες στις οποίες εμφαίνεται η ύπαρξη πόρτας που διαχωρίζει το επίδικο από την υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας και δεν αντικρούονται πειστικά από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, οι οποίοι αναφέρουν ότι το επίδικο το καλλιεργούσε ο πατέρας της εναγομένης επί πολλά έτη και κατόπιν το μεταβίβασε σ’ αυτήν. Μάλιστα ο μάρτυρας - υιός της εναγομένης κατέθεσε ότι το επίδικο ανήκει στη μητέρα του ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης εμβαδού 2,50 στρεμμάτων μετά από άτυπη ανταλλαγή κατά το έτος 1941 του επιδίκου με αγρό του Η. Γ., στο "ανταλλακτικό" όμως ιδιωτικό έγγραφο δεν αναφέρεται ο χρόνος κατάρτισής του, δεν περιγράφεται το ακίνητο που αφορούσε και δεν αναφέρεται το εμβαδόν αυτού. Περαιτέρω οι καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων προσκρούουν στο πόρισμα το πραγματογνώμονα, ο οποίος εφαρμόζοντας επί του εδάφους τον τίτλο ιδιοκτησίας της εναγομένης αποφάνθηκε ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτόν. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι με την 1124/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα αναγνωρίστηκε δικαιούχος αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης τμήματος του οικοπέδου της. Έτσι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας της δεύτερης αναιρεσείουσας δεν παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ, εφόσον διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της, ιδίως ως προς τη συμπλήρωση της, θεμελιωτικής για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, εικοσαετούς νομής της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα από το έτος 1963 ενέμετο τη λεπτομερώς περιγραφόμενη μείζονα έκταση, στο δυτικό μέρος της οποίας διέμενε με την οικογένειά της και το ανατολικό μέρος της (τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη έκταση) που ήταν χώρος συνεχόμενος με την οικία της, το χρησιμοποιούσε ως προαύλιο χώρο και περιβόλι, σπέρνοντας δημητριακά, τοποθετώντας γεωργικά εργαλεία, διατηρώντας κατοικίδια ζώα, προβαίνοντας σε καθαρισμό, περίφραξη, εμβαδομέτρηση με μηχανικό και έχοντας καθημερινή άμεση επίβλεψη και εποπτεία του, χωρίς να αναφέρεται οποιαδήποτε διακοπή της νομής της, μέχρι το έτος 1988, οπότε οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι εκμεταλλευόμενοι την απουσία της αναιρεσίβλητης από την οικία της λόγω σοβαρής ασθένειας του συζύγου της κατέλαβαν την επίδικη έκταση. Ως εκ τούτου ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις νομοτύπως με επίκληση προσκομισθείσες εκ μέρους του αναιρεσειόντων α) από Οκτωβρίου 2010 τεχνική έκθεση, β) από Οκτωβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα και γ) από Ιανουαρίου 2011 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του τεχνικού τους συμβούλου αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Μ.. Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα "από την προσήκουσα εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στην 10/2010 εισηγητική έκθεση, από τις φωτογραφίες, από την ...2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Τ. Δ., αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, την γ’ τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας της τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ. και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, πολύ δε περισσότερο με τη διενέργεια και δεύτερης πραγματογνωμοσύνης, εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης ή ότι υφίσταται ανάγκη συμπλήρωσης της ήδη διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, πρώτης ή συμπληρωματικής, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του ίδιου, ως άνω, άρθρου, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 25/2003). Εν προκειμένω, το Εφετείο κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι προσκομισθείσες αποδείξεις, στις οποίες μάλιστα περιλαμβάνεται η προαναφερόμενη υπ’ αριθ. ...2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Δ. Τ. που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι ικανές για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και ότι ως εκ τούτου δεν απαιτείται η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, όπως επιζητούσαν οι εκκαλούντες-ενάγοντες με την έφεσή τους, λόγω του ότι, κατ’ αυτούς, η προηγούμενη περιείχε "πλημμέλειες, αοριστίες, αντιφάσεις, παραλείψεις, ανακρίβειες και αναλήθειες" και απορρίπτοντας σιωπηρώς το σχετικό αίτημά τους, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 9 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε περί του αντιθέτου σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προσάπτεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από το αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι το υποβαλλόμενο με λόγο έφεσης αίτημα διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της παρισταμένης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-5-2015 αίτηση των Ι. Π. και Ε. συζύγου Ι. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5909/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 

 

Δημοσίευση:

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ

     
Χρησιμοποιούμε cookies για την καλύτερη εμπειρία πλοήγησης. Συνεχίζοντας στη σελίδα συμφωνείτε στη χρήση τους.
Ok